Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Κανείς δε θα γλιτώσει

Κανείς δε θα γλιτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θάχει
ούτε μισό μισοσβησμένο Όχι.
Θα βουλιάζουμε–βουλιάζουμε–
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
απο διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
κι ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Θα 'ρθεί καιρός

Θαρθεί καιρός που θ' αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ' η ελπίδα
άκου θάρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά 'μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ' όλα αυτά Μαρία.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

Η ζωή είναι σουγιαδιές

Η ζωή μας είναι σουγιαδιές
σε βρώμικα αδιέξοδα
σάπια δόντια ξεθωριασμένα συνθήματα
μπάσσο βεστιάριο
μυρουδιές από κάτουρα αντισηπτικά
και χαλασμένα σπέρματα. Ξεσκισμένες αφίσσες.
Πάνω-κάτω. Πάνω-κάτω, η Πατησίων.
Η ζωή μας είναι η Πατησίων.

(Το ROL που δε ρυπαίνει τη θάλασσα
κι ο Μητροπάνος μπήκε στη ζωή μας
μας τον έφαγε η Δεξαμενή κι αυτόν
σαν τις ψηλόκωλες.)

Εμείς εκεί.
Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
την ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα-μοναξιά-απελπισία. Κι ανάποδα.
Εντάξει. Δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει
βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας. Και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι
άσκοπα λαχανητά
σε κανονισμένες απεργίες
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι' αυτό σου λέω.
Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε
να μην την κοπανήσουμε. Να ζυγιαστούμε.
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε.
Μη. Βρέχει. Δόσμου τσιγάρο

Εμένα οι φίλοι μου

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς
Κάνουν ό,τι λάχει
Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών
Φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους
Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
Επαγγελματίες επαναστάτες
Παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
Τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
Αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
Στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια, Βικτώρια, Κουκάκι, Γκύζη
Που πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
Τις ενοχές σας
Αποφάσεις συνεδρίων, δανεικά κοστούμια, σημάδια από κάφτες
περίεργες ημικρανίες, απειλητικές σιωπές
Κολπίτιδες...
Ερωτεύονται ομοφυλόφιλους...
Τριχομονάδες...
Καθυστέρηση...
Το τηλέφωνο...
Σπασμένα γυαλιά...
Το ασθενοφόρο...
Κανείς...

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα

Κάνουν ό,τι λάχει
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
Γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
Οι φίλοι μου ζωγραφίζουν με μαύρο χρώμα
Γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
Γράφουν σε συνθηματική γλώσσα
Γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Και σύρματα
Στο λαιμό σας
Στα χέρια σας
Οι φίλοι μου...

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

25 ΜΑΪΟΥ

Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα  
 και θα βγω στους δρόμους  
 όπως και χτες.  
 Και δεν θα συλλογιέμαι παρά  
 ένα κομμάτι από τον πατέρα  
 κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα  
 -αυτά που μ' άφησαν-  
 και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.  
 Και τους φίλους μας που χάθηκαν.  
 Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα  
 ίσα ολόισα στη φωτιά  
 και θα μπω όπως και χτες  
 φωνάζοντας "φασίστες!!"  
 στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες  
 μ' ένα κόκκινο λάβαρο  
 ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.  
 Θ' ανοίξω την πόρτα  
 και είναι -όχι πως φοβάμαι-  
 μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα  
 και πως εσύ πρέπει να μάθεις  
 να μην κατεβαίνεις στο δρόμο  
 χωρίς όπλα όπως εγώ  
 - γιατί εγώ δεν πρόλαβα-  
 γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ  
 "έτσι"  "αόριστα"  
 σπασμένη σε κομματάκια  
 από θάλασσα, χρόνια παιδικά  
 και κόκκινα λάβαρα.  
 Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα  
 και θα χαθώ  
 με τ΄όνειρο της επανάστασης  
 μες την απέραντη μοναξιά  
 των δρόμων που θα καίγονται,  
 μες την απέραντη μοναξιά  
 των χάρτινων οδοφραγμάτων  
 με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-  
 Προβοκάτορας.

Κατερίνα Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 1940 και αυτοκτόνησε με χάπια και αλκοόλ στις 3 Οκτωβρίου 1993. Ξεκίνησε από μικρή καριέρα στην ηθοποιία αλλα αργότερα στράφηκε στην ποίηση. Τα ποιήματα της είναι γνωστά για τον αντισυμβατικό και συνειρμικό χαρακτήρα τους καθώς και τις αναρχικές ιδέες που πρόβαλε.
Η Κατερίνα Γώγου αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ελληνική ποίηση. Η αιώνια έφηβος, η οργισμένη, η πιο σπαρακτικά ραγισμένη φωνή της γενιάς της. Μια ποιήτρια που έγραφε για να μην εκραγεί, που είχε κάνει τον πόνο και το παράπονο στίχους, κι αυτοί οι στίχοι ήταν παραπονεμένοι και οργισμένοι, αλλά πάνω απ’ όλα αληθινοί.

Όπως αναφέρει κάποιος φίλος γι’ αυτήν στο Ιnternet: «Η Κατερίνα Γώγου έκανε ποίηση σε μια εποχή που οι άλλοι ‘ποιητές’ έκαναν δημόσιες σχέσεις. Πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια ποίηση. Ανάμεσα σε χάπια, ποτά, σβησμένα τσιγάρα, φτωχογειτονιές, προδοσίες…». Όσα χρόνια κι αν περάσουν η Γώγου θα παραμένει η ποιήτρια των νεοτέρων γενιών, αφού με τους νέους, κατά κύριο λόγο «συνομίλησε». Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Χρηστάκης, η Κατερίνα ήταν έξω από κάθε λογής εκδοτικά και καλλιτεχνικά κυκλώματα και κλίκες και γι’ αυτό σπάνια γίνονταν γι’ αυτήν αναφορές στα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης. Ο Τηλέμαχος Χυτήρης, ποιητής και πρώην υπουργός δε δίστασε να χαρακτηρίσει την Κατερίνα σαν τον: «Μαγιακόφσκι της Πλατείας Εξαρχείων».

Το σίγουρο είναι ότι η Κατερίνα ήταν ένας ασυμβίβαστος άνθρωπος, κάποια που δεν άντεχε όλο αυτό τον πόνο και την αθλιότητά γύρω της, και έβγαζε ποιητικές κραυγές μπας και ξυπνήσουν οι χαρτοφυλακένιοι άνθρωποι. Οι κραυγές της δεν πήγαν χαμένες, αφού όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι διαβάζουν την ποίησή της, όλο και περισσότεροι αληθινοί άνθρωποι την ανακαλύπτουν.
Για την Κατερίνα Γώγου,είχε γραφτεί ότι μετά το θάνατο της,άφησε μια δυναμική κατάθεση αλήθειας,που από πολλούς θεωρήθηκε κοινωνική ύβρις.Αναφέραμε ήδη ότι στο τέλος της δεκαετίας του 70 υπήρξε ένα σύμβολο για τη νεολαία του αντιεξουσιαστικού χώρου,που ήταν οργισμένη για την επίσημη αριστερά.Ενοπλοι που δρούσαν στις δεκαετίες του 70 και του 80 στην Αθήνα,αναφέρονται συχνά στο έργο της,καθώς για την ποιήτρια ήταν κοινωνικοί αγωνιστές,κάτι που τους έκανε νεότερους,ομορφότερους και τους αγιοποιούσε:
"όμορφος σαν τρομοκράτης",έγραφε.
Κασίμης,Τσιρώνης,Τσουτσουβής,Καλτεζάς,Πρέκας,όλοι έγιναν στα δικά της μάτια,άγγελοι μετά το θάνατό τους.
Η Γώγου πολεμούσε για τις ιδέες της,όχι μόνο με την ποίηση της,αλλά και με τον τρόπο ζωής της.Στις 18-3-1991,έγραψε ένα γράμμα στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία,με τον τίτλο,Ξεχάσατε τον Πετρόπουλο,στο οποίο εξέφραζε την αλληλεγγύη της προς τον αναρχικό Κυριάκο Μαζοκόπο και τον ποιητή Γιάννη Πετρόπουλο που βρίσκονταν στη φυλακή.